απεμπολώ


απεμπολώ
απεμπολώ, απεμπόλησα βλ. πίν. 73

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απεμπολώ — (AM ἀπεμπολῶ, άω Α κ. έω) [εμπολώ] ξεπουλάω κάτι, παραχωρώ κάτι με αθέμιτα ανταλλάγματα αρχ. 1. απάγω 2. προδίδω 3. οἱ ἀπεμπολώμενοι αυτοί που αγοράζονται για να πουληθούν ως δούλοι …   Dictionary of Greek

  • απεμπολώ — εμπόλησα, πουλώ κάτι που μου εμπιστεύτηκαν, προδίνω από ιδιοτέλεια: Απεμπόλησε τα δίκαια της πατρίδας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀπεμπολῶ — ἀ̱πεμπολῶ , ἀπεμπολάω sell imperf ind mp 2nd sg (doric aeolic) ἀπεμπολάω sell pres imperat mp 2nd sg ἀπεμπολάω sell pres subj act 1st sg (attic epic ionic) ἀπεμπολάω sell pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic aeolic) ἀπεμπολάω sell pres… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναπεμπολώ — άω, ΜΑ απεμπολώ κάτι συγχρόνως ή μαζί με κάτι άλλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < συν * + ἀπεμπολῶ «ξεπουλώ»] …   Dictionary of Greek

  • προσαπεμπολώ — έω, Μ (κυρίως το παθ.) προσαπεμπολοῡμαι, έομαι πουλώ επί πλέον. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ * + ἀπεμπολῶ «ξεπουλώ, παραχωρώ κάτι με αθέμιτα ανταλλάγματα»] …   Dictionary of Greek